Monday, March 31, 2014

The Young Watchmaker and the Center of the Universe

 

He must have been at the age of five or six. He could remember vividly the first time he actually, consciously, saw this strange “thing”. It was a shiny, round shaped object at the end of a gold chain which fitted nicely in the palm of his father’s hand. His father would take it out from time to time, press a secret little button which would flip the cover. He would look at it and instantly pronounce “The Time”. Then it would quickly disappear in the pocket of his waistcoat. It was certainly a magical object. After all, it gave its owner the authority to know and to tell “The Time". And everybody knew that everything you did had to be understood in terms of time. Late for school, not enough time for that, too early for this, it was all a question of time. And time and again he thought that he should get to the bottom of this, find this object and examine it carefully. By now he knew that this object was called “the watch”. And in his young mind this “watch” became an obsession and took mythical proportions. 

Evidently, it had eyes because watch meant also "to see”. That made sense to him because time seemed to be everywhere. Nothing could escape time. You could not hide from time. Time would find you and when it did, you realised that time knew all along where you were because it had not stopped. It had seen you. The un-blinking eye of "the watch” was terrifying and fascinating at the same time. 

And then one day, he found an old watch lying in a drawer, among dusty papers and old envelopes. He decided to open it up, to operate. He had to see what made this un-blinking eye work. What was the force that moved the hands of time transforming caterpillar into butterfly, seconds into minutes, hours into days, days into months and years. 
 
With a fairly blunt breadknife, he prised open the back of the watch and saw for the first time “the center of the universe inside”.

Douglas (2011)

Saturday, March 22, 2014

Ξαναδιαβάζοντας Γιώργο Σεφέρη


"Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί." 

«Επί σκηνής», ΣΤ΄, 1-10. Τρία κρυφά ποιήματα, 1966. Ποιήματα. Ίκαρος, 1974. 

Saturday, February 8, 2014

Carpe Diem in the form of a poem






"Happy The Man" by John Dryden (1631-1700)

Happy the man, and happy he alone,
He who can call today his own:
He who, secure within, can say,
Tomorrow do thy worst, for I have lived today.
Be fair or foul or rain or shine
The joys I have possessed, in spite of fate, are mine.
Not Heaven itself upon the past has power,
But what has been, has been, and I have had my hour. 

Sunday, January 19, 2014

"Sonny Boy" by Mick Harvey (based on a demo by Jeffrey Lee Pierce)


A forgotten cassette found in an attic. Nascent musical sketches, demos and ideas recorded on the go by Jeffrey Lee Pierce of Gun Club fame. Enter Nick Cave, Mick Harvey, Debbie Harry & Chris Stein, Lydia Lunch, The Jim Jones Revue, Kid Congo Powers, Tav Falco’s Panther Burns, Mark Lanegan and Isobel Campbell, Youth’s Vertical Smile, Steve Wynn (Dream Syndicate), Warren Ellis, Barry Adamson, Bertrand Cantat & Pascal Humbert, Thalia Zedek & Chris Brokaw, Hugo Race, Dom Beken and Kris & Michelle Needs who take these fragments and turn them into songs. Songs that fit in a tribute album to the man himself, Jeffrey Lee Pierce. Mick Harvey's "Sonny Boy" is certainly a standout track in the album. It brings to mind timeless classic rock songs sung by either Patti Smith or Marianne Faithfull in their prime. The sparse arrangement of the song is all that is needed to bring out the haunting melody. It's as if someone (certainly Jeffrey Lee Pierce) has tapped the very soul of America and extracted only the best and essential ingredients that are needed to make a classic song.

A pinch of rock n' roll, a little blues, a few grams of punk and there you have it. Jeffrey Lee Pierce would certainly be proud of this one.

Listen to:

Mick Harvey - Sonny Boy


The song can be found in the album "The Journey is Long: The Jeffrey Lee Pierce Sessions Project" under the Glitterhouse Label.

Rino Stefano Tagliafierro's subtle animation of classic paintings

Sunday, January 12, 2014

Το κείμενο της Ειρήνης

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε, λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, από μια κοπέλα 18 χρονών τότε, την Ειρήνη Τριανταφύλλου. Πέντε χρόνια αργότερα η κοπέλα αυτή δυστυχώς έχασε τη ζωή της σε ένα τραγικό δυστύχημα. Οι σκέψεις της όμως, όπως είχαν γραφτεί στο χαρτί τότε, θα συνεχίσουν να διαβάζονται και να ακούγονται καίριες όσα χρόνια και αν περάσουν... 

"Τα όνειρά μου είναι η προϋπόθεση ή η βάση - αν θέλετε – της επανάστασής μου. Αφήστε με λοιπόν, να ονειρεύομαι.. Εξάλλου η πραγματικότητα που μου προτείνετε δεν είναι και τόσο δελεαστική.

Όλοι μας, αλλά κυρίως όλοι σας, παγιδευμένοι στις υπερβολικές απαιτήσεις των καιρών, στις υπέρμετρες φιλοδοξίες, στον υπερκαταναλωτισμό, έχουμε ξεχάσει την αξία και την δύναμη που κρύβει μέσα του το χάδι, ο ζεστός λόγος, η κουβεντούλα με το φίλο. Πότε επικοινωνήσατε τελευταία φορά με ένα φίλο σας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που μιλήσατε χωρίς ενδοιασμούς για όσα σας απασχολούν; Ανθρώπους που νοιάζονται για σας δεν μπορεί παρά να έχετε, όμως επιστήθιους φίλους που μπορείτε να τους εκμυστηρευτείτε τις ανησυχίες σας, τα προβλήματά σας, δεν έχετε. Πολλές φορές - και έχετε δίκιο σ' αυτό - η διάθεση να μοιραστείτε μυστικά έχει αποβεί εις βάρος σας. Οι σύγχρονοι ρυθμοί δεν επιτρέπουν τέτοιου είδους ανοίγματα, όχι μόνο λόγω έλλειψης χρόνου αλλά κυρίως γιατί η εμπιστοσύνη "επερίσσευσε".

Γίνατε εσωστρεφείς, θέλοντας να προφυλαχθείτε από τα προβλήματα τρίτων, γιατί είναι τόσα τα δικά σας, που δεν μπορείτε να σηκώστε κι άλλο βάρος. Γίνατε ένα μοναχικό άτομο που ψάχνετε φιλίες μέσω ηλεκτρονικών δρόμων. Η φιλία απόκτησε το δικό της e-mail στο ίντερνετ!

Εργασία και εγκλεισμός στο σπίτι κατά τις εργάσιμες ημέρες και διασκέδαση με φορτσαρισμένη ιλαρότητα το Σαββατόβραδο, αυτό είναι το πρόγραμμά σας. Α, ξέχασα, θέλετε να βελτιώσετε την εξωτερική σας εμφάνιση και καταφεύγετε σε γυμναστήρια και ινστιτούτα αδυνατίσματος, αυτοαναιρώντας την προσπάθειά σας με υπερκατανάλωση φαγητού και οινοπνευματωδών ποτών.

Δεν χαρακτηρίζεστε από συνέπεια και αλληλεγγύη απέναντι σε φίλους και συγγενείς. Παγιδεύεστε στον απομονωτισμό του προσωπικού σας συμφέροντος, ζώντας μόνοι ακόμα και μέσα στις συντροφιές. Έχετε περιορίσει τις πολιτικές και συνδικαλιστικές σας δραστηριότητες, στις αναγκαίες και ωφελιμιστικές.

Και μέσα σ' όλη αυτή τη σύγχυση, βρίσκετε χρόνο και διάθεση παίρνοντας και το κατάλληλο ύφος να μας κριτικάρετε, με την «αγωνία» και το «ενδιαφέρον» ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σας.

Για σας είμαστε οι καλοπερασάκηδες, οι οκνηροί, οι χωρίς προβληματισμούς νέοι, το δυσοίωνο αύριο στα χέρια του οποίου δεν θέλετε να παραδώστε τον κόσμο (από πότε γίνεται παράδοση και παραλαβή του χάους;).

Για σας αγνοούμε την ιστορία μας, δεν έχουμε ιδανικά αλλά έχουμε βαπτίσει ιδανικό τον υλικό ευδαιμονισμό μας. Για σας δεν αντιμετωπίζουμε με τον δέοντα σεβασμό τις εθνικές επετείους, δε γνωρίζουμε τα ιδανικά της γενιάς του Πολυτεχνείου ή τα γνωρίζουμε τυπικά και θεωρητικά, για να γράψουμε καλή έκθεση, αν και όταν μας ζητηθεί από σας.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα και τις λιβελογραφικές κορόνες σας, επιτρέψτε μου να ονειρεύομαι.

Ονειρεύομαι μια γειτονιά, στενό δρομάκι και ζεστοί άνθρωποι. Χαμόγελα και πίκρες και χέρια που σ' αγκαλιάζουν και κάνουν περισσότερα τα πρώτα και λιγότερες τις δεύτερες.

Ονειρεύομαι να «μάθω γράμματα, να γίνω άνθρωπος» όπως λέει και η γιαγιά μου. Να μάθω γράμματα, για να ανοίξει το μυαλό μου και τα μάτια της ψυχής μου και μ' αυτά να αντικρίζω τον κόσμο και τον άνθρωπο.

Ονειρεύομαι να ασκήσω το επάγγελμα που μ' αρέσει, χωρίς να χρειαστεί να «φιλήσω κατουρημένες ποδιές» ή να περάσω από γραφεία πολιτικών, πολιτευόμενων, γραμματέων και γραμματικών.

Ονειρεύομαι να φτιάξω τη δική μου οικογένεια και να μεγαλώσω τα παιδιά μου με τις αρχές και τις αξίες που οι δικοί μου γονείς έδωσαν σε μένα, για να στηρίξω πάνω σ' αυτές την ψυχή μου, το μυαλό και τη ζωή μου.

Ονειρεύομαι να έχω δίπλα μου ανθρώπους αληθινούς, που θα μ' αγαπάνε και θα τους αγαπώ ελεύθερα και κατ' επιλογήν μου.

Ονειρεύομαι να μην ντρέπομαι ως πολίτης, να μη σκύβω το κεφάλι, αλλά να φιλοκαλώ μετ' ευτελείας και να ζω άνευ καχυποψίας.

Ονειρεύομαι να χρησιμοποιώ τη γλώσσα για να λέω «τα σύκα - σύκα και τη σκάφη - σκάφη» και όχι να «κρύβω λόγια».

Ονειρεύομαι μ' αυτές τις συντεταγμένες να δημιουργήσω το δικό μου κόσμο, τον μικρό και μέγα.

Έχω κλείσει τα αυτιά μου στα κατηγορώ, στη δήθεν συμπάθεια, στη δήθεν επαναστατική διάθεση και ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια και δουλεύω - δουλεύω, για να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα.

Η επανάστασή μου έχει αρχίσει...Την ακούτε;;"

The article in the Guardian newspaper

Thursday, January 2, 2014

When Frederick Exley met the parents


Frederick Exley's best known book is called "A Fan's Notes" and it was first published in 1968. It's a singular book mostly about Exley's own experiences and failures from asylums to YMCAs, to failed relationships, to alcohol addictions and American football. Exley's writing is at it's best, when in a dramatic context, with a few words he turns the situation on it's head and makes the whole thing sound hilarious. Take for example this excerpt from the book when he is somehow forced to meet the parents of his girlfriend.   

"... In the end Bunny even insisted that I make the trip to the suburbs to face her parents. It was this meeting that ended everything.
   The Allorgees lived in a suburb of a suburb, their particular little suburb being Heritage Heights. It was a suburb that had apparently never caught on. The streets were all there, but there was only one house, Allorgees' Acres, a great, white, one-storied, rambling ranch-type place in which everything from garage to game room to hot-water heater was found on the single story that shot out in all sorts of clapboard arms, like the spokes of a wagon wheel. "The Heights" was not on any height at all; this was the American Midwest at its most grotesque, treeless and cold-looking as far as the eye could see, so that it only seemed set on high ground. There was only one thing that broke the endless blue monotony of the heavens - a television aerial that rose so high that it dizzied one to look up at it, an aerial which, I was proudly informed, put the Allorgees on certain clear days in contact with all parts of the Republic. It was a touching monument to their isolation. In answer to my question about its astounding height, Chuck (or Poppy) - as the father was interchangeably designated - said only that he liked "good reception".
  That was the only thing I remember Chuck, or Poppy, saying for the entire weekend. The rest of his communication with me consisted of an outrageous wink, a wink that distressed me so much that after a time I began to wonder if I ought not to pop Chuckie, or Chuck Poppy..."

Wednesday, January 1, 2014

"Duel" - A song by Brigitte Fontaine (feat. Jacques Higelin)



Brigitte Fontaine has been at the forefront of the french avant-garde from the early 1960s until today. During her long career she has mostly divided her talent between theatre and music. Her latest album (dating March 2011) consists mainly of duets. It is entitled "L'un n'empêche pas l'autre". From that album allow me to propose an extraordinary track which she sings with her old pal Jacques Higelin. The name of the song is "Duel".


When I first listened to this song I was captivated by the very theatrical atmosphere that slowly builds into the theme. From the lyrics, one understands that this song is about a duel. The two duelists, a man and a woman, meet under the orange tree blossoms and cautiously measure each other whilst at the same time trying to intimidate and destabilize their opponent. Almost at once, I had this image of samurai warriors circling each other while orange blossoms are falling all around them. It could very well have been a scene by the famous Japanese director Kurosawa. Then, you realise that it's not samurai warriors but a magician and a witch locked in mortal combat. A Merlin against a Morgana duel to the death, bronze against steel. The fight begins and the duelists change forms and exchange insults and threats. But soon we discover that there is an admiration and even a secret love between these two, for when the battle reaches its peak, the insults are transformed into erotic words and the two warriors are consumed not by their weapons or their magic tricks but by their passion for one another. So after all, not samurai warriors, not witches and magicians, but just a man and a woman and their erotic passion. In eight minutes, Brigitte Fontaine manages to combine music and theatre in one truly beautiful song.              

Listen to:

script Brigitte Fontaine (featuring Jacques Higelin) - Duel


Saturday, December 28, 2013

Monday, December 16, 2013

"The Balloon" A short story by Donald Barthelme



This particular story by Donald Barthelme is a perfect example of the power of the written word. How a writer, in just a few pages, can provide a completely fantastic setting, make it sound true, leave you guessing until the end, play games with your mind. From the first sentence, you are presented with an absurd situation. A balloon is expanding in fairytale proportions covering a whole city under it. The writer seems to be in control of this balloon "installation" as much as he is in control of this short story. We are left in the dark as to the meaning of this phenomenon. What we have throughout the story are the technicalities and the reactions of the people of the city to the balloon. The idea brings to my mind the art installations of Christo and Jeanne-Claude where whole buildings are wrapped and presented in their naked form or mass as a pure object. In the story, the writer is very careful not to say more than is needed and you are left wondering, as the story goes on, where and especially how it will all end. I will not spoil the story by giving its conclusion. Suffice it to say that the writing of Donald Barthelme, this master of the short story, should be rediscovered and reassessed.    

Read the story here... (pdf link)