Sunday, October 18, 2015

From "The Ministry Of Fear" by Graham Greene

"... In childhood we live under the brightness of immortality - heaven is as near and actual as the seaside. Behind the complicated details of the world stand the simplicities: God is good, the grown-up man or woman knows the answer to every question, there is such a thing as truth, and justice is as measured and faultless as a clock. Our heroes are simple: they are brave, they tell the truth, they are good swordsmen, and they are never in the long run really defeated. That is why no later books satisfy us like those which were read to us in childhood - for those promised a world of great simplicity of which we knew the rules, but the later books are complicated and contradictory with experience; they are formed out of our disappointing memories - of the V.C. in the police court dock, of the faked income-tax return, the sins in corners, and the hollow voice of the man we despise talking to us of courage and purity. The little duke is dead and betrayed and forgotten, we cannot recognise the villain and we suspect the hero and the world is a small cramped place. The two great statements of faith are "What a small place the world is" and "I'm a stranger here myself..." 

From "The Ministry Of Fear" (1943) by Graham Greene

Tuesday, September 29, 2015

"History" and "Dispeller" - Two poems by Justin Runge

Justin Runge is a poet from Lawrence, Kansas.

- Tell us about “History,” the poem that was selected for Best New Poets 2013.

- For this poem, I set goals: to write a love poem objectively, a story molecularly, and an autobiography in which I barely featured. I also wanted to buck some obtuse tendencies, so I made sure that each detail felt naked, unworked. There's only one figurative moment in the poem, which feels like a small victory to me..." From an interview given to Jazzy Danziger. 

History by Justin Runge

Here is what I’ve collected: He set fire to the front lawn. She learned and then forgot the guitar. Like all daughters, she was a vegetarian. He was sent to school on the mountain. She would run through the mountain. Their siblings stood in the way. The mountain was beautiful but merciless. Its trees stood like chaperones. He took to botany. She slept in the haunted room. After the growth spurt, he was a natural athlete. She worked at a fast food restaurant. Both left without diplomas. He sat in a bunker, catching moths. She would walk to a payphone in the center of town. They would solve crossword puzzles days late. He escaped on a motorcycle, as in his favorite songs. They married on her birthday. Her hair was never longer. She left a home imploding. He had a television and a frying pan. They made mistakes—pepper oil, poison ivy. They had one child, then me.

Dispeller by Justin Runge

In my hometown, I am absence of home. I am shortfall of awe. I am defog. Wiper blade raking a glaze of rain. I am the kitchen light Mother kept on. Unlocked garage. Evening intersection’s non-traffic. I am what bends air so that it, tuning, forks. I am bed made. I am unchange. Ghost uneasily roomed. Yearbook yearly removed. So I am removal of book dust. Carpeting, cleaned. I am no apple tree. I am quietest stair climb. I am far-off mowing. Hypnic jerk. Reason for moving.

Saturday, September 26, 2015

Transcient Art on the walls of Athens

Transcient Art on the walls of Athens - Transforming an ordinary block of flats into a lush tropical forest

A few cans of spay and an artistic predisposition can work miracles on the old Athens blocks of flats. This incredible intervention in the centre of Athens is so evocative that I was under the impression that I could hear the elephants move in the thick undergrowth. Some of the inhabitants in the neighbouring blocks have even placed small cages with parrots and canaries in the balconies. The birds sing, the streets and the cars start to fade away and the pollution is lifted. The illusion is complete.

Saturday, June 27, 2015

From "Burnt Norton" by T.S.Eliot

Words move, music moves
Only in time; but that which is only living
Can only die. Words, after speech, reach
Into the silence. Only by the form, the pattern,
Can words or music reach
The stillness, as a Chinese jar still
Moves perpetually in its stillness.
Not the stillness of the violin, while the note lasts,
Not that only, but the co-existence,
Or say that the end precedes the beginning,
And the end and the beginning were always there
Before the beginning and after the end.
And all is always now. Words strain,
Crack and sometimes break, under the burden,
Under the tension, slip, slide, perish,
Decay with imprecision, will not stay in place,
Will not stay still. Shrieking voices
Scolding, mocking, or merely chattering,
Always assail them. The Word in the desert
Is most attacked by voices of temptation,
The crying shadow in the funeral dance,
The loud lament of the disconsolate chimera..."
From T.S.Eliot's "Burnt Norton", first published as part of the Four Quartets in 1936  

Thursday, June 4, 2015

Ephemeral Art - Before the demolition of 3, Rue Quartier...

Just a few weeks before the house at 3, Rue Quartier, in Esch-Sur-Alzette in Luxembourg is demolished, a group of Luxembourg artists have decided to transform the premises into a unique and transient art exhibition.

Graffiti art, mural paintings, film projections, sculptures, every room presents a surprise to the visitor. Knowing that all these works have been created and can be viewed for only a short time, adds to the mystic of the place as if a message has to be transmitted and understood before the fall. Some exhibits question language and visual interpretation, some are works of quiet desperation as good old Thoreau once said. Let this be the first of many such initiatives in the future. 

Saturday, May 23, 2015

Το ποίημα "Λυρικός Λογιστής" του Κώστα Κοβάνη

Λυρικός Λογιστής  του Κώστα Κοβάνη

Με την ψυχή στο στόμα
και να πέσω στο χώμα
θα τραγουδάω πάλι
τα παλιά μου θούρια
που με μεθάνε ακόμα.

Παρακαλώ! Αφήστε με λίγο
να κάνω και γω ένα όνειρο.
Μη μου θαμπώνετε τα μάτια
με κύματα μελάνης!
Βγάλτε από τα πρόσωπα 
τα καρμπόν, τα τιμολόγια.
Μη βάζετε μπροστά μου
εμπόδια με ισοζύγια
και καρτέλες νέων πελατών.
Αφήστε με λίγο στη γαλήνη,
στον καθαρόν ορίζοντα,
στα δάση, στα χόρτα, στις αμμουδιές,
να χαθούν τα μάτια μου στο φως.

Αν λίγο στέκομαι
στις σελίδες εισπράξεων και πληρωμών
είναι γιατί πάντα στοχάζομαι
πόσο ακριβά επλήρωσα
μηδαμινές εισπράξεις... 

Από τη συλλογή ποιημάτων του Κώστα Κοβάνη με τίτλο "Λυρικός Λογιστής" του 1984

Το ποίημα αυτό του Κώστα Κοβάνη καταρχάς με τρόπο μεταφορικό εκφράζει μια νοσταλγία για τον απλό και φυσικό τρόπο ζωής που μέσα στην εργασιακή δίνη, μέσα στις πόλεις και την τεχνολογική έξαψη, έχει χαθεί. Μετά, το ποίημα μπορεί κανείς να το εκλάβει και σαν μια διαπίστωση της ασυμβατότητας της ποίησης με τον γραφειοκρατικό, τον επινοημένο, τον ψεύτικο και τον λογιστικά δημιουργικό τρόπο ζωής. Όμως ο ποιητής υποχρεώνεται από την κοινωνία πολύ συχνά να συμβιβαστεί επαγγελματικά για να μπορέσει να ζήσει. Στίχοι γραμμένοι σε ένα χαρτί δεν θα σου εξασφαλίσουν μια άνετη διαβίωση. Κι έτσι, πολλοί είναι αυτοί που αγγαρεύουν την ζωή τους για τις λίγες στιγμές δημιουργίας καθώς ανοίγουν ισοζύγια. 

Την δυσκολία αυτού του συμβιβασμού όμως την εξέθεσε ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο ίδιος, όταν του ζητήθηκε να προσδιορίσει την βιοποριστική του εργασία είπε ότι εργαζόταν "ως έμμισθος υπάλληλος εις ένα κυβερνητικό γραφείο εξαρτώμενο από το Yπουργείο των Δημοσίων Έργων της Aιγύπτου". Το τι πραγματικά όμως αισθανόταν ο Καβάφης το είπε σε έναν νεαρό ποιητή που τον επισκέφτηκε στο σπίτι του:  
   "…αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ' την φυσική μου γραμμή κι έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα, στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται. Tί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία. Eνώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμιά ώρα· είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Tέχνης… Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ' έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ' ανακαλέσω αλλά πάνε πια." (*) Στην ίδια γραμμή λοιπόν και ο Κοβάνης που το θέτει και σε στίχο τόσο περίτεχνα στο "Λυρικό Λογιστή". Η τελευταία φράση "είναι γιατί πάντα στοχάζομαι πόσο ακριβά επλήρωσα μηδαμινές εισπράξεις..." είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσίαζε τον Καβάφη.

Ο Grant Snider, εξαιρετικός σχεδιαστής κόμικ και όχι μόνο, στο ενδιαφέρον blog του ασχολήθηκε και αυτός με τις βιοποριστικές δουλειές διασήμων ποιητών και λογοτεχνών. 

(*) Βρείτε εδώ, σε παλαιότερη ανάρτηση, ολόκληρο το κείμενο του Καβάφη με αφορμή την επίσκεψη ενός νέου.

Sunday, April 26, 2015

Alain Bashung - Comme Un Légo

A philosophical treatise in the form of a song written by Gérard Manset. The late and great Alain Bashung (1947-2009) included a version of this song in his last 2008 album "Bleu pétrole". Bashung, who was seriously ill at the time, sung it with the lucidity and sparseness of an artist that having reached the top and knowing the end is near, shares his last thoughts with cut knife precision and directness. The song comments on the human condition by comparing it to the bricks of a lego game, looking into a musical microscope and staring at the universe and at man's folly of ambition, steel and emptiness. Echoing T.S.Eliot's "The Hollow Men", the song ends the way "... the world ends, not with a bang but a whimper." 

Comme Un Légo

C'est un grand terrain de nulle part
Avec de belles poignées d'argent
La lunette d'un microscope
Et tous ces petits êtres qui courent

Car chacun vaque à son destin
Petits ou grands
Comme durant les siècles égyptiens

A porter mille fois son poids sur lui
Sous la chaleur et dans le vent
Dans le soleil ou dans la nuit
Voyez-vous ces êtres vivants ?
Voyez-vous ces êtres vivants ?
Voyez-vous ces êtres vivants ?

Quelqu'un a inventé ce jeu
Terrible, cruel, captivant
Les maisons, les lacs, les continents
Comme un légo avec du vent...

La faiblesse des tout-puissants
Comme un légo avec du sang
La force décuplée des perdants
Comme un légo avec des dents
Comme un légo avec des mains
Comme un légo...

Voyez-vous tous ces humains
Danser ensemble à se donner la main
S'embrasser dans le noir à cheveux blonds
A ne pas voir demain comme ils seront...

Car si la Terre est ronde
Et qu'ils s'agrippent
Au-delà, c'est le vide

Assis devant le restant d'une portion de frites
Noir sidéral et quelques plats d'amibes
Les capitales sont toutes les mêmes devenues

Aux facettes d'un même miroir
Vêtues d'acier, vêtues de noir
Comme un légo mais sans mémoire
Comme un légo mais sans mémoire
Comme un légo mais sans mémoire

Aux facettes d'un même miroir
Vêtues d'acier, vêtues de noir
Comme un légo mais sans mémoire
Comme un légo mais sans mémoire
Comme un légo mais sans mémoire

Pourquoi ne me réponds-tu jamais ?

Sous ce manguier de plus de dix milles pages
A te balancer dans cette cage...
A voir le monde de si haut
Comme un damier, comme un légo
Comme un imputrescible radeau
Comme un insecte mais sur le dos
Comme un insecte sur le dos
Comme un insecte sur le dos

C'est un grand terrain de nulle part
Avec de belles poignées d'argent
La lunette d'un microscope
On regarde, on regarde, on regarde dedans...

On voit de toutes petites choses qui luisent
Ce sont des gens dans des chemises
Comme durant ces siècles de la longue nuit
Dans le silence ou dans le bruit...
Dans le silence ou dans le bruit...
Dans le silence ou dans le bruit...

Listen to:
Alain Bashung - Comme Un Légo

Tuesday, March 31, 2015

Οι λέξεις και οι ποίηση μέσα από δύο ποιήματα

Όταν διαβάζει κανείς αυτό το ποίημα της Κικής Δημουλά έχει την εντύπωση ότι οι λέξεις αποκτούν βαρύτητα, σαν βότσαλα που η ποιήτρια πετάει στη θάλασσα για να αφουγκραστεί τον ήχο της πτώσης μέσα στο νερό. Κι ύστερα σαν να γινόμαστε μάρτυρες μιας ποιητικής ανοικοδόμησης, ένα παιχνίδι για να βρεθεί αυτό που υπάρχει πίσω από τις λέξεις, αυτό που έχει χαθεί από την ευτελή χρήση τους.

Η Περιφραστική Πέτρα

Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
«θὰ δοῦμε»,
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
«δὲν ἄκουσα».

Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.

(Από την συλλογή ποιημάτων της Κικής Δημουλα με τίτλο "Το Λίγο του Κόσμου" που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1971)

Το παραπάνω ποίημα της Κικής Δημουλά όμως μου έφερε στο νου και ένα άλλο περίπου σύγχρονο γραπτό του Γιάννη Ρίτσου από την συλλογή "Χειρονομίες" που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1972.

Συνηθισμένες Αντιφάσεις

Οι λέξεις, — είπε — οι αμίλητες λέξεις, μόνη συντροφιά μας·
αυτές ερευνούμε, τις προεκτείνουμε, μας προεκτείνουν — το τοπίο βα-
ανακαλύπτεις όχι μόνον οστά, αλλά και σώματα ωραία και φτερούγες —
τις φοράς, σε φορούν· εξαερώνεσαι· φεύγεις. Μας βρίσκουν
πίσω απ΄τις πόρτες, πίσω από τοίχους ψηλούς, μουχλιασμένους. Το 
                ξέρεις —
αυτός, ο μόνος τρόπος επικοινωνίας. Το ξύλινο χώρισμα
ανάμεσα στις κάμερες γίνεται γυάλινο. Βλέπεις τις λέξεις
να πέφτουν στο γυμνό τραπέζι του υπογείου με ήχο κούφιο
μαζί με έντομα της νύχτας γύρω στην παράνομη λάμπα.

(Από την συλλογή γραπτών του Γιάννη Ρίτσου με τίτλο "Χειρονομίες" που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972)